June 10, 2007

Poetry

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗ ΜΟΙΧΕΙΑ

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Ι.

Τσακισμένα τα λιόδεντρα
κοιτιούνται μέσα από την ηχώ
κάθε αμφίρροπης ανάκλασης,
κάθε αιθέριου μορφασμού,
	διαστρεβλώνοντας
τους ειρμούς του ανέμου
-τις χυδαίες όψεις των εξερευνητών-
που παρασέρνει τους ερωδιούς
	και τα χρυσόψαρα
στα δωμάτια στο τέλος του διαδρόμου.
Από τα ορυκτά, μόνο
η μυρωδιά του πάπυρου και της μούχλας
επιπλέουν,
σαν κόκκοι άμμου ξεχασμένοι
σε μεταξένιες μαξιλαροθήκες.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΙΙ.

Τα κοκάλα των ζώων,
καλυμμένα με φύλλα συκιάς,
τρέχουν πίσω από τον γαλάζιο δράκοντα.
Επικαλύπτουν τη σκόνη.
Τα βότσαλα
με έναν αυθάδη θρυμματισμό
μιμούνται τους ερωδιούς.
Τα φίδια σπεύδουν να συνταιριάξουν
τις χήνες με τους φαλλούς.
Τα κέρατα του θηρίου
διαγράφουν το βηματισμό της ώχρας.
Ο Α. στηρίζεται σε μπαστούνι
	Φερμένο από τα Άβδηρα.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΙΙΙ. 

Ξυπνάω για να κοιτάξω δίπλα μου.
Γαλήνια,
αντιμάχεται την παραμόρφωση.
Τρικυμιώδης,
αντιμάχεται την παραμόρφωση.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ IV.

Στο δωμάτιο η αχνή μυρωδιά
της μούχλας και του πάπυρου.
Τον ύπνο οδηγεί στην αντήχηση
των γλάρων το κροτάλισμα.

Δελφικός χορός στο πιάνο.
Κοράλλια που ακόμα αναπνέουν
την ακολασία του στήθους.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ V.

Λινό σακάκι στο Κάιρο
με ξύλινες ομπρέλες στα χέρια των γυναικών

Στην άμμο που εισχωρεί στα ρουθούνια
και το κουαρτέτο σε Φα-μείζονα του Ravel.

Ο Νείλος εξορίζει τους κληρονόμους του Α.
που απλώνουν βεντάλιες στην όπερα.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ VI.

Οι μυρωδιές της ερήμου
συγκρατημένες.
Το πέλμα στέρεο
κι ας παραμονεύουν τα σκυλόψαρα.
Βαδίζει,
μην τον πιάσει η νύχτα,
σέρνεται.
Οι μυρωδιές της ερήμου
σέρνονται.

Αδημοσίευτο. Αθήνα, 1991


Η ΕΚΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ Ι.

Κυνηγημένα από τους αχινούς
τα γαλανά μάτια της ύαινας
της λαγνείας τα χλωμά κλωνάρια
    (οι σπασμοί της ROSE KELLER)
φορούσε ένα σταχτοκόκκινο μάρμαρο
και γκριζοπράσινους κύκλους κάτω από τα βλέφαρα
    FEMINA ALBA
    τέτοια εποχή βουτάνε οι χήνες στο πράσινο ποτάμι
    τέτοια εποχή το λείο μπαστούνι σκάβει
το χώμα, το καυτό νερό παρασέρνει τα στρείδια·
    κι εσείς θυγατέρες της Δαμασκού,
στη θέση σας κρόταλα και σείστρα·
...πλαγιάσαμε στη βάση της βελανιδιάς,
το 529 μ.Χ., κι αφουγκραστήκαμε το αίμα κάτω
από τα λέπια, τα λέπια της κατάλευκης οχιάς
    κι ύστερα καθισμένοι με την πλάτη στο πηγάδι
το νερό κυλούσε ανάστροφα
    ήταν το άλογο που απάντησε στο βάτραχο
    «Νενίκηκας, Χριστέ!»
κι απαλός ο νοτιάς
με το πρόσωπο καλυμμένο με φλεγόμενα κάρβουνα,
βουτηγμένος μέχρι τη μέση στα φθινοπωρινά φύλλα,
σκαρφαλωμένος στον κισσό,
    μάλλον δούλος, παρά πιστός,
χορεύει του γεροβάτραχου το σαλταρέλλο
πάνω στην πάχνη.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, Νο 67-68, 1993


ΥΠΟΤΑΓΗ ΣΤΟΝ EZRA POUND (μέρος LXXXI)

Λευκός και άφτερος
ο Ζευς, πλαγιάζει στο στήθος της Διαβολλής
αναζητώντας τροφή κάτω από πέτρες
    μέχρι τη μέση
στο ρέμα, στη μαύρη νύχτα,
    άφαντος όταν αντιστράφηκε η κλίμακα,
του χρόνου,
τώρα Αυτοκράτωρ.

Αλλά τον καιρό εκείνο
    το βασίλεμα του ήλιου
ήταν πλασμένο από γραφίτη και
περνούσες το ξέφωτο καλύπτοντας τα μάτια σου με
    το αριστερό,
ξεπερνώντας κάπως το θανάσιμο ψύχος των βουνών,
με τη λιοπάρδαλη που μετρούσε κάθε σου βήμα με βελανίδια·
ξεπερνώντας κάπως το ζεστό άνεμο που ερχόταν απ’ τους βάλτους.

Όμως, σκυμμένος σε βιβλία, σαράντα χρόνια πέρασαν
και άκουγες, με μια Peseta, τα γιδοκούδουνα
    και τη γυναίκα του ξενοδόχου
που με το θάνατό του έπαψε να φοράει εσώρουχα
και σου ζητούσε πράγματα παράλογα,
    στο σταύλο, γεμάτος από έρωτες,
ώσπου τα τύμπανα σωπάσαν
κι ο Έρνεστ άρπαξε το μακρύκανο, γεμάτος από έρωτες.

«Μερικοί μαγειρεύουν, άλλοι δέ μαγειρεύουν
μερικά πράγματα δεν αλλάζουνε ποτέ»
Ίυγξ... εμόν ποτί δώμα τον άνδρα.

Και στην αρχή απογοητευμένος
    από τη φθορά·
το βαρούλκο ως απολίθωμα της Βοστώνης
και μ’ ένα κλαδί
    πάνω στην άμαξα
συμβιβάστηκε με μια χάρη ανύπαρκτη
    και με το εκκρεμές της πλήρης πράξης
που κορυφώνεται
με την υπεροχή της οδύνης
ενώ ο Αλιγκιέρι σκάλιζε το Αραποσίτι
    σκυφτός, και δίπλα του βρισκότανε δυο χιλιάδες
λίρες, θαμμένες στα δυόμιση μέτρα
    και τα κουνέλια ακολουθούσαν, στον ελαιώνα,
αυτόν που πλήρωσε τον Ιούδα, στο Τάι-Σαν.

Αυτόν που απάλυνε το ξύλο της βιόλας
για να βρεθεί κρεμασμένος ανάποδα
κι ύστερα καρατομημένος, όπως λένε εκείνοι που είδαν
    με τα ίδια τους τα μάτια
τη ράχη του λαβούτου να λυγίζει
και το φύλλο να βγαίνει από τη ρίζα
    και πίστεψαν μέχρι που είδαν
    με τα ίδια τους τα μάτια
τη σκιά πάνω από τη LOCANDA
και υπομείναν τη BEAUTÉ της.

Και για 180 χρόνια σχεδόν...
ούτε ένα ζευγάρι δεν πήγαινε σε καρναβάλια,
απρόσεκτοι ή ανίδεοι,
γιατί τους τραβούσαν τα άλλα φώτα·
του Ουρανού, της θάλλασας, του Βάλτου
κι ότι αγαπύσανε καλά το στερήθηκαν
    αλλά γινότανε σκουριά
χειροπιαστή· ροδοκόκκινος μαστός,
δεινόσαυροι στο μικρόκοσμό μου
ερπετά στο δικό τους.
Ο άνθρωπος είναι φιαγμένος λάσπη
και χτίζει πύργους,
    για να φτάσει το Έρεβος,
    μ’ αληθινή δεξιοτεχνία,
    μ’ αληθινή ματαοδοξία
και γίνεται μερμήγκι στο δρακόντειο κόσμο του.

- Nor knowst’ ou wing from tail
και είναι αλήθεια πως οι κύκλοι δεν είναι αρκετοί
    για να χωρέσουνε τα μίση σου.
Μα σιωπώ,
    γιατί ο χαλκός είναι σκληρότερος κι απ’ το
διαμάντι
και γκρίζος κι αναστημένος
από πολέμους τρεις,
χωρίς να έχει κάνει κάτι,
    ούτε με τη βοήθεια του ανέμου,
    ούτε με τη βοήθεια του ματιού πάνω από την εστία.

Και ματαιοδοξία είναι ακριβώς αυτό το λάθος.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, Νο 67-68, 1993


Twitting...

Εποχιακά...